Για νέους, μπερδεμένους, παλιμπαιδίζοντες, κατα φαντασίαν ώριμους και ξερόλες, όπως εγώ.
. . . . .
Ναι, αποσιωπητικά! Τι σόι γυναίκα θα ήμουν χωρίς αποσιωπητικά??

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ψωμί, χαλβά και William βασιλιά (ο τίτλος ειν ξεκάρφωμα)

      Χιρετώ σας, αγαπημένοι μου, μετά απο έναν ολόκληρο μήνα όπου γεύομαι τις χαρές(?) της εργασίας.

   Γύρισα, το λοιπόν, απο τις "διακοπές" του Πάσχα στο μαλακαντρικέικο, για να βρω αυτόν τον μαλακαντρίκο:
Ωχ!ήρθατεεε?
και αυτόν τον μαλακαντρίκο:
Ωωω, δεν σας περίμενα!
να μου κάνουν υποδοχή "Μαμα!! Ήρθες!!!!" αλλά να το παίζουν ταυτόχρονα και βαριά πεπόνια "Α μπα? Σ'έβγαλε ο δρόμος στα μέρη μας?".

Που ήμουν όμως κι έλειπα? Ναι, ξέρω οτι ΚΑΙΑΙΑΙΓΕΣΤΕ να μάθετε.

    Όπως κάθε χρόνο, εκπλήρωσα το τάμα μου κι έκανα Πάσχα στου χουριό. Ένα ανυπότακτο στον πολιτισμό χωριό στην ορεινή Αρκαδία.
Και για του λόγου το αληθές:

Εντάξει, δεν είναι ΑΥΤΟ το χωριό μου, αυτό είναι ένα χωριό δίπλα, αλλά καταλάβατε τώρα εσείς.


Για να αναφερθώ κι στον χαλβά του τίτλου, 3 μέρες γονάτισα τον χαλβά, αλλιώς η νηστεία του ενός 24ώρου δε βγαίνει. Και μου έκανε και η τηλεόραση κλύσμα τους βασιλικούς γάμους, γαμώ την Αγγλία μου. Μεταξύ μας, 3 μέρες έκατσα στο χωριό και δεν την πάλεψα και πολύ χωρίς παρέα.

Γι'αυτό πάμε μανι μανι να σας πω τα αβανταζ γιατί το χω ανάγκη να το υπενθυμίσω στον εαυτό μου!



    Ένα μονοπάτι που οδηγεί έξω απ'το χωριό, καταλήγει στο νεκροταφείο, στην άκρη του χωριού. Εκεί τελειώνει και ο τσιμεντόδρομος και ξεκινά Η ΖΟΥΓΛΆ. Εκεί είδα προχθές κι ένα φίδι, τόσα χρόνια στο χωριό, προχθες είδα εγώ.
    Το μονοπάτι προς το νεκροταφείο είναι τέρμα πολυσύχναστο, καθώς δεν περνάει κανείς, αν κάνει κανείς να έρθει, τον βλέπεις απο μακριά, και έχει γίνει ανάρπαστο για τα μυξάρικα έφηβα που καβλαντίζουνε (κάποτε ακολούθησα κι εγώ...). Οι πιο ματσό δε, πάνε και με μηχανάκι, το οποίο είναι άκρως απαραίτητο μέσα στο χωριό, όπου όλες οι αποστάσεις είναι 5λεπτου. Τεσπα!



    Σε αυτή τη στροφή φάσωσα κι εγώ σε μια στιγμή απελπισιάς τον βαφτιστήρα του πατέρα μου (ΟΥΟΥΟΥ 666, ΟΥΟΥΟΥ 666). Είναι και χωριάταρος, οπότε ελπίζω να μείνει εντελώς μεταξύ μας.
Για τους δε υπόλοιπους κάγκουρες και καγκούρισσες και το νυφοπάζαρο έξω απ'το νεκροταφείο, δεν έχω πολλά να πω, πραγματικά είναι τγε πασέ το θέμα.


    Αν τώρα συνεχίσεις στο μονοπάτι προς ΤΗ ΖΟΥΓΚΛΑ, εκτός του οτι θα σε φαν τα φίδια, σχεδόν δεν σε βλέπει φως απο την βλάστηση. Καλα, δεν είναι κι Αμαζόνιος. Που και που όμως, όταν αραιώνουν τα δέντρα, βλέπεις θέα την απέναντι πλαγιά και το ποτάμι στην κοιλάδα. Επίσης μη φανταστείτε κανα υψόμετρο τρελό και καμια χαράδρα απότομη, σαν V είναι οι δυό πλαγιές.
     Εκεί έχω ανακαλύψει ένα ξέφωτο, τρομερή καβάτζα, το οποίο μισοκρύβεται απ τα δέντρα, κι έχει μες στη μέση έναν βράχο ίσαμε ένα δωματιάκι. Ανεβαίνεις, κάθεσαι και λιώνεις στους μπάφους εεεεεεεεεεεεεε απολαμβάνεις ρε παιδί μου!
 (Πωωω, μιλάμε πούλησα τρελή μαγκιά, ετσσι?? Το drum το άσπρο να πουμε το κανα μάυρο εγώ, yeyyy). Γιατί ΠΟΥ να καπνίσω μες στο σπίτι? Ποιός να πρωτοπάθει εγκεφαλικό? Ο πατηρ? Ο παππούς? Η γιαγιά? Ο ξάδερφος ο ματσο?
   Τις προάλλες μάλιστα διάβασα το βιβλίο μου ή μελέτησα κάτι άριες. Αν με πουν τώρα αλλοπαρμένη στο χωριό...ΝΑ μου.


   Μα το μεγαλύτερο ατού του χωριού είναι το ποτάμι. Και πάλι, το ποτάμι ΔΕΝ είναι ο Δούναβης. Και ΔΕΝ περνάει μέσα απ'το χωριό. Είναι όμως...



    Δεν θα ξεχάσω μια φορά που λούστηκα στο ποτάμι με την ξαδέρφη μου, πήγαμε να ακουμπήσουμε τα σαμπουάν σε έναν κορμό κι ο κορμός ήταν κουφάλα. Κι έπρεπε να σκαρφαλώνΕΙ (η ξαδέρφη φυσικά, εγώ εμψύχωνα) τσιτσίδι, με προσοχή μην της πάρει την παρθενιά κανα κλαδί, να βγάζει τα κοντίσιονερ 2 σε 1.


   Αυτός ο μικρός καταρρακτούλης είναι η άκρη ενός αρκετά μεγαλύτερου, λίγο σκαρφάλωμα πιο πάνω.Όποιος μπάινει κάτω απ'τον μεγάλο καταρράκτη -καλά, μη φανταστείτε και της Εδέσσης-, ουρλιάζει, γιατί είναι σαν να σε βαραν με πέτρες, αλλά δε βγαίνει, γιατί ταυτόχρονα ξυπνάει και ο μαζοχισμός μέσα του. Είναι γλυκός ο καταρράκτης γαμώτο.





    Σε αυτά τα ποτάμια, όταν ήμουνα μικρά, μας έπαιρνε ο πατέρας μου με τα ξαδέρφια μου, στήναμε σκηνές, κάναμε εξερεύνηση ή όπως αλλιώς λέγεται,κουβαλούσαμε και ένα φουσκωτό βαρκάκι για να νιώσουμε λίγο Ράμπο, και βουρ. Τρώγαμε τις προμήθειές μας μέσα σε μια μέρα, γιατί τόσο άντεχε το φορητό ψυγειάκι.
 Πάντως όσες φορές μου πήρε τη μιτσούκο/μιγκάτο το ποτάμι, τα ξαδέρφια μου τρέχανε. Έχεις προσπαθήσει να προλάβεις το ρεύμα του ποταμιού?? Ξαδερφάκια μου...

Αυτά έκανα μικρή, τώρα κάνω ΑΥΤΟ:

επίδειξη μανό στις πέρκες.

Και όταν σε έχει καταβάλει η αστουλίαση και βαριέσαι να πάρεις τον κώλο σου ως το ποτάμι, πας στην ΜΠΕΡΤΣΑ (εκ του buurp και tcha) και πίνεις και κάτι εκτός του φραπε.

Κάτω απ'τα πλατάνια:

Πάνω απ'τις πηγές:

Κι ανάμεσα απο καβούρια του γλυκού νερού:



    Όλο το χωριό τροφοδοτείται απο το καφενείο-ολιγοπωλείο της Γιαννούλας (γιατί παντοπωλείο ΔΕΝ το λες). Αυτο το καφενείο έχει το άβατο για τις γυναίκες, οι οποίες μπαίνουν μόνο για να ψωνίσουν κάτι. Παλιά είχε ένα πακ-μαν κι ένα ποδοσφαιράκι και ξημεροβραδιαζόμαστε εκεί. Ααααχ! Τώρα, αποκλειστικά πρέφα.  Έχει κι άλλο ένα καφενείο που είναι unisex και ππππαλεύεται (πολύ πάλη όμως) κι άλλο ένα της Ντίνας, όλα αυτά στη σειρά, έτσι!!
 Αυτό το τελευταίο της Ντίνας ήταν παλιά καφενείο-ψιλικατζίδικο, αλλά απο τότε που το θυμάμαι δεν πατάει κανείς, με αποτέλεσμα όποιος έμπαινε στης Γιαννούλας να τον κατακερραυνώνει η Ντίνα με το βλέμμα. Μιλάμε ΝΤΖΖΖΖ ΝΤΖΖΖΖ, 20 χρόνια, δεν έχει βαρεθεί.
   Αυτή η Γιαννούλα, γνωστή φραγκοφόνισσα, είχε 3 μερέντες στο ραφι της, πανάκριβες και μισοληγμένες, τις οποίες εγώ είχα μπανίσει και λιμπιστεί. Το είχα βάλει λοιπόν αμέτι-μουχαμέτι να φαω μερέντα. Αλλά δεν μπορούσα να την πάω σπίτι, γιατί θα μου τη βγάζανε ξινή οι γονείς μου (ήθελα να την τρώω με το κουτάλι ρε παιδί μου, κι αυτοί μου τη μετράγανε με το σταγονόμετρο!).


    Καταστρώνουμε σχέδιο με τα ξαδέρφια. Σουφρώνει ένας κουταλάκια, πάει ο άλλος να αγοράσει τη μερέντα, κι οι υπόλοιποι ταμπουρωθήκαμε στο αρχηγείο, το παλιό σπίτι!! Ένα πετρόχτιστο σπίτι με ξύλινους τοίχους και πατώματα, εντελώς ετοιμόρροπο και επικίνδυνο, μούρλια!!!
Την κακομοίρα που κάθεται στα σκαλιά δεν την ξέρω.

   Μέσα είχαν ξεμείνει έπιπλα απο νοικοκυριό του '50, χτένια που ξέναν το μαλλί, ξύλινο τραπέζι, όλα μες στην αράχνη, σκέτο στοίχειωμα, ΤΡΕΛΑ ΣΑΣ ΛΕΩ!
Με το που έφτανε η μερέντα στο σπίτι, την περιλαμβάναμε με τα κουταλάκια και ζούσε-δε ζούσε 3 λεπτά.
   Περιττό να πω οτι μετά τις 3 εκείνες μερέντες, η Γιαννούλα η φραγκοφόνισσα δεν ξανάφερε άλλες!!


    Στο κατώι του παλιού σπιτιού ήταν ο σταύλος όπου φυλάγαμε τη φοράδα μας, την Ντοριά (Ντορής ήταν το όνομα για όλα τα καφέ άλογα). Στα σκαλιά που κάθεται η κακομοίρα πατάγαμε για να την καβαλήσουμε. Την Ντοριά.
   Δεν έχω φωτογραφίες της φοραδίτσας μας, μόνο ένα βίντεο όπου είμαι 8 χρονών, οδηγώ εγώ το άλογο απο τα γκέμια και το καβαλικεύει ο ξάδερφούλης μου. Αφήνω εγώ την Ντοριά τη ΧΟΝΤΡΗ να πα να φάει κάτω απο ένα δέντρο, χτυπάν οι κλάρες τον ξάδερφο καταπρόσωπο και τον ρίχνουν κάτω με το κεφάλι. Το στιγμιότυπο είναι και γαμώ γιατί μας τραβάει ο πατέρας όλο καμάρι με την κάμερα και μετά ακολουθεί ο πανικός, η κάμερα ανοιχτή τραβάει το δρόμο καθώς τρέχει να τον πιάσει, ακούγονται ΟΟΟΛΑ τα κλαψουρίσματα και ναι, για κάτι τέτοια αξίζει να χεις άλογο!

   Η Ντοριά πέθανε σε ηλικία 20κάτι χρονών...Δηλαδή είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα, όταν ο παππούς την ΄δωσε σε κάτι γύφτους γιατί φοβόταν πως όταν πέθαινε δεν θα ξερε τι να κάνει το τεράστιο κουφάρι της. Δε θέλω να ξέρω τι την κάναν οι γύφτοι, πάντως η γιαγιά μου είχε στεναχωρηθεί πολύ. Κι εγώ έγινα πιο ρατσίστρια με τους γύφτους


    Στο καλό, τι τα θυμήθηκα! Εν τάχει, γιατί δουλεύω αύριο, εγω εκκλησία μόνο τότε στο χωριό πάω, γι'αυτό και κοντέυω να γίνω αντίχριστή.
 Δεν θέλετε να ακούσετε πως ψέλνουν οι ψάλτες εκεί! Τα δε δυναμιτάκια! Σκέτο ξεκούφαμα και κρίση άσθματος, αφου τα σκαν στα 2 μέτρα, αλλά βασικά είναι η φαλλική προέκταση των νεαρών, για να εντυπωσιάσουν τις δεσποσύνες. Τις 15χρονες απο την πόλη, αλλά χωριάτισες στην ψυχη (ωωω!!), που σκαρφίζονται χίλια-δυο για να ΜΗ φορέσουν στην εκκλησιά και να κάνουν την πασαρέλλα τους. Επίσης τγε πασέ το θέμα, μη με εξοβελίζετε (δεν ξέρω τι σημαίνει, έτσι το πα, για μια εσανς σοφιστικέ).

     Να κλείσω με λίγη φύση ακόμα και μια παρέα απο γάτες, σαν κι αυτές που μας φόλιασε Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ!!   ΠΟΥ ΝΑΙ ΚΑΙ ΠΑΠΑΣ!!  Και το πιο περίεργο, όταν είμαι στο χωριό, ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΜΕ ΠΕΙΡΑΞΕΙ ένα τέτοιο περιστατικό, πραγματικά, δε γίνεται! Είναι τόσο...αναμενόμενο!

Καγκουριά, φύση και η σημαία του Ολυμπιακού.
little house on the prairie, τέλειο για μπαφΕΕΕΕΕΕ....

Ααα!! Το στοιχειωμένο δέντρο! Στο δρόμο προς το νεκροταφείο! Το κόψανε...

Γάτοι - κοκκόροι, μια παρέα γινήκαν ούλοι

Μαφία γατιών πριν βγάλει τους σουγιάδες.


ΝΑ ΣΤΕ ΚΑΛΑ ΑΚΡΟΑΤΕΣ ΜΟΥ, ΘΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ ΠΑΛΙ ΤΟ ΕΡΧΟΜΕΝΟ ΖΑΜΑΝΙ ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΩ ΧΡΟΝΟ, ΑΝΤΙΟ ΣΑΣΣ, ΓΕΙΑ ΣΑΣΣ, ΓΕΙΑ ΣΑΣΣ, ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΣΑΣΣ

Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

Απο τον μικρό στον Μεγάλο, με αγάπη

      Ήθελα να κάνω ένα αφιέρωμα στον Πατέρα. Τον Μπετόβεν. Ο Μπετόβεν είναι για μένα σαν έναν εφηβικό έρωτα. Σαν τους Cure για ένα πάλαι ποτέ γκοθάκι. Τον γνωρίζεις σε τρυφερή ηλικία και ξαφνικά ΜΠΑΜ!, η εκτίμηση έρχεται απότομα, σε χτυπάει κατακούτελα και  τον ερωτεύεσαι.    
  Μετά αρχίζεις και γνωρίζεις κι άλλους, κι άλλους, κι άλλους, και τον ξεχνάς. Αλλά η γλύκα μένει πάντα εκεί όταν τον ακούς. 
 Νομίζω οτι μόλις περιέγραψα την πρώτη μου αγάπη. (την οποία διεκδικεί και ο Ραχμάνινοφ, αλλά σαν πιο κλασσικός και τραγική φιγούρα ο Μπετόβεν, διαλέγω αυτόν)


     Το λοιπόν, ο Μπετόβεν ήταν πολύ μπροστά. Aντί να παντρευτεί και να επιδοθεί στην προικοθηρία και στην καταμέτρηση ερωμένων, παρέμεινε ανύπαντρος, με το ελεύθερο να μπορεί να παθιαστεί με όποια ήθελε, όπως κι έκανε. Όχι οτι ήταν κανένας γλοιώδης ερωτύλος.
    Όπως και επαγγελματικά έκανε το ίδιο. Δεν δούλεψε σε Αυλή ευγενούς ή βασιλιά, δεν δούλεψε για την εκκλησία, παρά έμεινε ανεξάρτητος και ζούσε απο τυχόν παραστάσεις που ανέβασε κατα καιρούς και απο πωλήσεις σε ιδιώτες.


    Είναι αλήθεια οτι οι αριστοκρατικοί κύκλοι τον στηριξαν σε κάποια περίοδο, αλλά μαύρη καλοσύνη! Δεν τον πήγαιναν πολλοί, λόγω του χαρκτήρα του (ενοχλητικά ανεξάρτητος και υποστηρικτής της Γαλλικής Επανάστασης και της κοινωνικής ισότητας το 1800. Πήγαινε γυρεύοντας.). Το κερασάκι στην τούρτα του φτυσίματος ήταν σε ηλικία 37 χρονών, που τον απέρριψαν για μια θέση μόνιμου συνθέτη επειδή δεν τον είχαν ικανό για μια υπεύθυνη θέση!!!! Βασικά, δεν μπήκαν καν στον κόπο να του απαντήσουν!!!
    Κάπου εκεί αποφάσισε να δεχτεί μια θέση αρχιμαέστρου εκκλησίας και να μεταναστεύσει σε άλλη πόλη, αλλά πέσαν πάνω του οι πλούσιοι προστάτες του, που πίναν νερό στ'όνομά του, να μη φύγει. Του τάξανε αξιόλογο εισόδημα, για να συνεχίσει να συνθετει στην πόλη τους, αλλά μαντέψτε...Ο ένας μετακόμισε, ο άλλος τα καθυστερούσε, ο τρίτος σταμάτησε να τα πληρώνει απο κάποια στιγμή και μετά. ΕΕΕΕ!!!! ΤΙ ΤΟΥ ΤΑΖΕΙΣ ΤΟΤΕ?
   Γενικά ο Μπετόβεν δεν έζησε άνετα. Όπως και πολλοί στην εποχή του.




     Οι λόγοι κατάθλιψης συνεχίζονται καθώς είχε για πατέρα έναν ταλαντούχο μουσικό που του άφησε πλειάδα άσχημων αναμνήσεων. Τον πίεζε απο παιδάκι να γίνει παιδί-θαύμα, σαν τον Μότσαρτ, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Η μητέρα του απ'την άλλη ήταν πολύ τρυφερή αλλά την έχασε στα 17 του. Κάπου εκεί ζήτησε την κηδεμονία των δυο μικρότερων αδερφών του γιατί ο πατέρας του είχε γίνει ανυπόφορος. Ωραίο οικογενειακό περιβάλλον.
 Η άχρηστη πληροφορία νο 1 (που όμως δικαιολογεί πολλά): έμεναν δίπλα απο το ποτάμι και μικρός είχε εμμονή με τον Ρήνο. Τον κοιτούσε με τις ώρες.




     Χώρια την κώφωση!  Η οποία ήταν αποτέλεσμα της σύφιλης, δεν ξέρω αν το γνωρίζετε! Παθιάρης ο Μπετόβεν! Αλλά δεν υπήρχαν οι προφυλάξεις τότε και την πάτησε. Απο τα 30 του είχε αρχίσει ήδη, στα 50 είχε χαθεί εντελώς η ακοή.
    Προσπαθούσε μάταια να το κρύψει για κάμποσα χρόνια. Έπαιζε με το καπάκι του πιάνου κλειστό (ήταν ψηλά το καπάκι, κι έκλεινε σε δυο δόσεις), για να ακουμπά το αυτί του επάνω και να νιώθει τον ήχο απο τους κραδασμούς.

      Η κώφωσή του πιο πολύ επηρέασε την κοινωνική παρά τη μουσική του πλευρά. Αν κατέληξε μονόχνωτος και δύστροπος ήταν επειδή δεν έβρισκε απο τους ανρθώπους την κατανόηση που αποζητούσε. Και φυσικά, η αιώνια παρεξήγηση οτι του μιλούσαν και δεν γυρνούσε να απαντήσει. Κι έτσι τον βάφτισαν και μισάνθρωπο, ακοινώνητο.
Τρελό μωρό!


   


   Η μόνη μου ένσταση για τον φίλτατο Λούντβιχ φαν Μπεητχόβεν είναι οτι θεωρούσε οτι η Ιταλική όπερα έχανε σε σοβαρότητα. Εδώ που τα λέμε, μπορώ κάλλιστα να καταλάβω γιατί το λέει!



     Άχρηστη πληροφορία νο2:   Στα 40 του ερωτεύτηκε -Ο ΧΡΥΣΟΣ ΜΟΥ!- μια 18χρονη μαθήτριά του που του κουνήθηκε, την Therese (Κι εγώ θα του κουνιόμουν στη θέση της, είναι πολύ γοητευτικός. Καλοστεκούμενος 40αρης με ξεπεταγμένη 18άρα είναι ένα σενάριο που θα θελα να ζήσω!). Μόνο που ο Μπετόβεν παρεξήγησε την έλξη, τον θαυμασμό και την αφοσίωσή της, νομίζοντας οτι ανταποκρινόταν κι αυτή στην αγάπη του (αυτά παθαίνεις όταν μπλέκεις με μικρά, τι ξέρουν αυτά απο αγάπη?).
   Ο έρμος ο Μπετόβεν έφτασε να θέλει να την παντρευτεί, αλλά κλασσικά, ο πεθερός προόριζε τη ζουμερή του κόρη σε κάποιον πλουσιότερο, καθώς είχε χρέη, ο ψευτοαριστοκράτης. Σε ένα πάρτι που έκανε ο πεθερούλης για τις επαγγελματικές του γνωριμίες, πήγε κι ο Μπετόβεν, με σκοπό να της κάνει πρόταση γάμου, έχοντας γράψει και μια μπαγκατέλλα (ω ναι! έτσι λέγονται, bagatelle) για πάρτη της. Αλλά ο καημένος, μέθυσε τόσο πολύ που δεν κατάφερε ούτε να της παίξει το κομμάτι του, ούτε προτάσεις να κάνει (με την κώφωση που δυνάμωνε και το φτύσιμο απ'τον πεθερό για το κοινωνικό status του, ενώ ήταν και 40, μια καταθλιψούλα δικαιολογείται). Έγραψε έτσι στην παρτιτούρα μια αφιερωσούλα. Η παρτιτούρα αυτή βρέθηκε στον θάνατο της Τερέζας και προοριζόταν να γράφει " Fur Therese ". Αλλά -χικ- φαινόταν κάτι σαν -χικ- " Fur Elise"....
Ετούτο ήταν το τσουλάκι!




     Όταν πέθανε ο αδελφός του, έκανε τεράστιες δικαστικές διαμάχες για να πάρει την κηδεμονία του αηψιού του, Καρλ, απο τη μάνα του. Για κάποιο λόγο τη μισούσε. 
    Έχει γίνει και ταινία με τον Gary Oldman, αλλά δεν ξέρω αν αυτά που ισχυρίζεται στέκουν. Οτι τη μισούσε επειδή ήταν κάποτε Η γυναίκα της ζωής του, οτι ο Καρλ ήταν γιός του, κι οτι μόνο στο τέλος της ζωής του έγραψε αυτές τις σπαραξικάρδιες επιστολές όπου ξέχναγε το παρελθόν και την αποκαλούσε Immortal Beloved


     Ξέρω οτι επιδόθηκε με πάθος στην ανατροφή του Καρλ, δεν συνέθεσε τίποτα για 5-6 χρόνια, προσπάθησε επι ματαίω να τον κάνει μουσικό, αλλά ο Καρλ ήταν τεμπέλης και  χαρτοπαίκτης. Αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με καραμπίνα όταν τον έπνιξαν τα χρέη και η πίεση του γεροξούρη θείου του, αλλά αστόχησε (!!!!!!!!!). Και τότε ήταν που έδιωξε μια για πάντα τον Μπετόβεν απ'τη ζωή του, γεγονότα που γέρασαν τον Μαέστρο πριν την ώρα του. Κόντεψε να τρελαθεί απο την στεναχώρια και τις ατυχίες που είχε ζήσει ως τότε, περιφερόταν σαν τρελός, δεν έτρωγε και είχε αϋπνίες.


    Τότε ήταν που ο Moschles και η Φιλαρμονική του Λονδίνου του προσέφεραν πολλά χρήματα, σαν επιβράβευση για το έργο του, και ο Μπετόβεν χάρηκε τόσο πολύ!  Αγόρασε στον εαυτό του φαγητό και μια άνετη πολυθρόνα, σαν μικρό παιδί, και σε αντάλλαγμα προσφέρθηκε να τους γράψει μια Συμφωνία.  
 Μόνο που το σκέφτομαι, συγκινούμαι. 
 Δεν πρόλαβε, καθώς πέθανε λίγες μέρες μετά, αφήνοντας όλη την περιουσία του στον Καρλ.   
Σ'όποιον δεν έδωσε ο Θεός παιδιά, έδωκε ο Διάολος ανήψια.


   Υπάρχει επίσης μια φήμη για τη στιγμή του θανάτου του, οτι σήκωσε ψηλά τη γροθιά την ώρα που έσκαγε ένας κεραυνός και καθρεφτίστηκε στα μάτια του σε μια φοβερή έκφραση. Αλλά το βλέπω σαν έναν απο τους ωραίους μύθους γύρω απο τον αγαπημένο μου.


    Θα σας μιλήσω για την τελευταία σονάτα του. Την έγραψε γύρω στο 1821 (έτσι, για να το θυμάστε) με 1823, και είναι απο τα τελευταία έργα του. Τότε ήταν ήδη κουφός, θεόκουφος.
   Θυμάμαι ένα βράδυ που άκουγα αυτήν τη σονάτα για 1η φορά. Κι ακούω αυτό το σημείο και γουρλώνω τα μάτια και πετάγομαι πάνω. Σοκ.


    Eγώ νόμιζα οτι εφύηρε το rock n'roll αλλά αυτό γιατί δεν κατέχω απο μαύρη μουσική. Είναι γνωστό οτι το rock n'roll γεννήθηκε απο την jazz και έφτασε σε αυτή του τη μορφή απο ζωηρούς μαύρους, πριν το πάρει ο Ελβις και το κάνει γνωστό.
 Αλλά εδώ, στη μέση ενός ρομαντικού κομματιού με ψήγματα κλασσικισμού, ο Μπετόβεν εφεύρει την τζαζ!!! Εν έτει 1820...


    (Ακούστε απο το 5:30 για να σας έρθει ομαλά. Αν κι εγώ το συνιστώ ολόκληρο...)



    Η εκτέλεση του Ριχτερ είναι απο αυτές που λες κρίμα που δεν συναντήθηκαν, συνθέτης και σολίστας. Αθανασία.




   Όπως και στην τζαζ ή στο ragtime, ο Μπετόβεν αντανακλά στην σύνθεσή του την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Κι εμείς, σαν υπνωτισμένοι, ακολουθούμε κι υποβαλλόμαστε. Αυτή είναι η δύναμη της μουσικής.